ἀρμένα

ἀρμένᾱ , ἀραρίσκω
join
aor part mid fem nom/voc/acc dual (epic doric aeolic)
ἀρμένᾱ , ἀραρίσκω
join
aor part mid fem nom/voc sg (epic doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἅρμενα — ἄρμενα , ἄρμενα tackle neut nom/voc/acc pl ἄρμενα , ἀραρίσκω join aor part mid neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρμενα — tackle neut nom/voc/acc pl ἀραρίσκω join aor part mid neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρμενα — τα (AM ἄρμενα) ναυτ. τα ξάρτια ιστιοφόρου, όλα τα απαραίτητα για το ταξίδι ιστιοφόρου (παροιμ., «χωρίς άρμενα και κουπιά, άι Νικόλα βόηθα» πρβλ. «σὺν Ἀθηνᾷ καὶ χεῑρα κίνει») μσν. νεοελλ. 1. τα πανιά του ιστιοφόρου 2. τα ιστιοφόρα («όλα τ άρμεν… …   Dictionary of Greek

  • τἄρμενα — ἄρμενα , ἄρμενα tackle neut nom/voc/acc pl ἄρμενα , ἀραρίσκω join aor part mid neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρμεν' — ἄρμενα , ἄρμενα tackle neut nom/voc/acc pl ἄρμενα , ἀραρίσκω join aor part mid neut nom/voc/acc pl (epic doric aeolic) ἄρμενε , ἀραρίσκω join aor part mid masc voc sg (epic doric aeolic) ἄρμεναι , ἀραρίσκω join aor part mid fem nom/voc pl (epic… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρμένοις — ἄρμενα tackle neut dat pl ἀραρίσκω join aor part mid masc/neut dat pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρμένοισι — ἄρμενα tackle neut dat pl (epic ionic aeolic) ἀραρίσκω join aor part mid masc/neut dat pl (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀρμένων — ἄρμενα tackle neut gen pl ἀραρίσκω join aor part mid fem gen pl (epic doric aeolic) ἀραρίσκω join aor part mid masc/neut gen pl (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τριάρμενος — η, ο / τριάρμενος, ον, ΝΑ (για ιστιοφόρο) αυτός που έχει τρία άρμενα. [ΕΤΥΜΟΛ. < τρι * + ἄρμενον, ἄρμενα (πρβλ. εννε άρμενος)] …   Dictionary of Greek

  • άρμα — Αρχαία πόλη της Ταναγραίας στη Βοιωτία. Πήρε το όνομά της από το άρμα του Αμφιάραου που, σύμφωνα με τοπική παράδοση, εξαφανίστηκε στη θέση αυτή κατά τη φυγή των Αργείων από τις Θήβες. Την πόλη αυτή μνημονεύει και ο Όμηρος. * * * (I) ἄρμα, η (Α)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.